Στην εκπομπή της Παρασκευής 27 Ιανουαρίου 2017 «Πολιτισμός – Παράδοση και Εκκλησία» ο Θεολόγος Δημήτρης Μιχελάρος αναφέρθηκε στους τρεις επιφανείς άγιους και Θεολόγους της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας, προστάτες των γραμμάτων και των μαθητών, τον Ιωάννη Χρυσόστομο, Βασίλειο τον Μέγα και Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό ή Θεολόγο.

Στις 30 Ιανουαρίου εορτάζει και πανηγυρίζει σύσσωμη η εκπαιδευτική κοινότητα τους προστάτες αγίους της οι οποίοι αποτέλεσαν και αποτελούν σήμερα όσο ποτέ άλλοτε τον φωτεινό φάρος στο ταξίδι προς τη γνώση.

Η κοινή εορτή των τριών ιεραρχών της 30ής Ιανουαρίου είχε θεσπιστεί τον 12ο αιώνα. Ο βυζαντινός λόγιος Ιωάννης Μαυρόπους είχε ισχυριστεί ότι οι τρεις Ιεράρχες με τη ρητορική τους δεινότητα και έχοντας φυσικά τη χάρη του Θεού έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πραγματική διάδοση του Χριστιανισμού στον κόσμο γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ των ανθρώπων της εποχής τους.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι πρόγονοί μας καθιέρωσαν τη μέρα αυτή των τριών ιεραρχών ως μέρα των Ελληνικών γραμμάτων, της παιδείας και ως σχολική εορτή τιμώντας έτσι την αγιοσύνη των τριών ως πατέρων της εκκλησίας και συγγραφέων, την ιεραποστολική τους δράση, την ευρυμάθειά τους, το ανεπανάληπτο δογματικό τους έργο και την οικουμενικότητα που πηγάζει από τη ζωή τους

Το νέο ελληνικό κράτος μετά από πρόταση του καθηγητή Τυπάλδου, που ήταν κατόπιν και ο πρώτος σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, το 1842 καθιέρωσε ως επίσημη σχολική εορτή τη μέρα αυτή εκφράζοντας και την από αιώνων παράδοση του γένους.

Έτσι από τότε έως και σήμερα στην ιερή κοινή μνήμη τους (30 Ιανουαρίου) μαζί με αυτούς τιμώνται τα γράμματα και εορτάζουν οι παράγοντες της παιδείας, διδάσκοντες και διδασκόμενοι.

Πολλές πτυχές της ζωής τους θα άξιζε να αναλυθούν ώστε να αποτελέσουν για όλους μας πηγές έμπνευσης στην αρετή.

Ψάχνοντας τη ζωή και το έργο τους θα διαπιστώσουμε πως υπήρξαν όντως ξεχωριστοί και πρωτοποριακοί όπως πρέπει να είναι κάθε πνευματικός άνθρωπος και ιδιαίτερα κάθε παιδαγωγός και κατάφεραν να προχωρήσουν μπροστά από την εποχή τους και να χαράξουν πορεία για τους υπόλοιπους, και μάλιστα ζώντας σε μια εποχή έντονων προκαταλήψεων, αδικίας, βίας, καταπίεσης και σκοταδισμού, με συνθήκες που δεν ήταν ιδανικές ούτε στο κράτος , ούτε στα εκκλησιαστικά πράγματα και κατάφεραν να χαράξουν πορεία , και μάλιστα μια πορεία καθόλου εύκολη κι ανώδυνη.

Μια σύντομη ματιά στο βίο τους, μας βεβαιώνει για το πολύπλευρο ποιμαντικό, κοινωνικό και πνευματικό τους έργο.

Ο Μέγας Βασίλειος

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 330 μ.Χ. Οι γονείς του Βασίλειος και Εμμέλεια, μαζί με τη γιαγιά του Μακρίνα, φρόντισαν να γεμίσουν την ψυχή του με ευσέβεια και αγάπη για την Εκκλησία. Σπούδασε στις πιο ονομαστές σχολές της εποχής του, με αποκορύφωμα τις φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών. Εκεί, μαζί με το φίλο του Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, σπούδασε τέσσερα χρόνια (351-355), φιλοσοφία, νομικά, ρητορική, γεωμετρία, αστρονομία, μουσική και ιατρική. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του επέστρεψε στην πατρίδα του και εργάστηκε ως δικηγόρος και δάσκαλος της ρητορικής.

Παράλληλα επισκέφτηκε διάφορα ονομαστά μοναστικά κέντρα προκειμένου να γνωρίσει την μοναχική ζωή. Το 360 αποσύρθηκε μαζί με το φίλο του Γρηγόριο σε ερημική τοποθεσία, κοντά στον Ίρη ποταμό του Πόντου, όπου μόνασε ως το 363 μελετώντας και συγγράφοντας. Το 363 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Καισάρεια, αναπτύσσοντας τεράστια φιλανθρωπική δράση. Το 370 εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Καισάρειας της Καππαδοκίας. Τότε αρχίζει ένα καταπληκτικό κοινωνικό έργο. Ίδρυσε την περίφημη «Βασιλειάδα», ένα τεράστιο συγκρότημα ευποιΐας, το οποίο περιλάμβανε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, πτωχοκομείο, επαγγελματικές σχολές, κλπ. Μέσα σε αυτό έβρισκαν καταφύγιο και βοήθεια χιλιάδες άνθρωποι. Κατά τον φοβερό λιμό του 367-368 έσωσε από βέβαιο θάνατο όλους τους φτωχούς της ευρύτερης περιοχής της Καισάρειας. Ταυτόχρονα ανέπτυξε τεράστια ποιμαντική και συγγραφική δράση. Υπήρξε δεινός θεολόγος, μέγας συγγραφέας, του οποίου το έργο αποτελεί μέχρι σήμερα πρωτοπόρο. Εξαιτίας του φιλάσθενου οργανισμού του και του αφάνταστου κόπου του έργου του πέθανε νέος 49 ετών την 31 Δεκεμβρίου του 378. Η κηδεία του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 379 με πρωτοφανείς εκδηλώσεις σεβασμού και τιμής από εχθρούς και φίλους.

Γρηγόριος ο Θεολόγος

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του Γρηγόριος και Νόννα εύποροι όντες έδωσαν μεγάλη μόρφωση μα και ευσέβεια στο παιδί τους. Φοίτησε στις ονομαστές σχολές της Καισάρειας της Καππαδοκίας, της Καισάρειας της Παλαιστίνης, της Αλεξάνδρειας και των Αθηνών. Όπως αναφέραμε εκεί γνωρίστηκε με τον Βασίλειο. Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του γύρισε στην Ναζιανζό και προτίμησε να αφιερωθεί στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Μόνασε για ένα χρόνο μαζί με το Βασίλειο στον Ήρι ποταμό του Πόντου και στη συνέχεια χειροτονήθηκε επίσκοπος Σασίμων. Το 379 σύνοδος επισκόπων της Αντιόχειας αποφάσισε να μεταβεί ο Γρηγόριος στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να αντιμετωπισθεί η αρειανική λαίλαπα στην Βασιλεύουσα. Με ορμητήριο ένα μικρό ναό κήρυττε στα πλήθη και σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσε να αναχαιτίσει την αίρεση. Το 380 αναδείχτηκε αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινούπολης χωρίς ουσιαστικά να το επιθυμεί. Όταν κάποιοι αμφισβήτησαν την εκλογή του για τυπικούς λόγους παραιτήθηκε και επέστρεψε στην Καππαδοκία, ζώντας το υπόλοιπο του βίου του με προσευχή, άσκηση, φιλανθρωπία και ησυχία. Συνέγραψε τεράστιο θεολογικό και ποιητικό έργο. Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου του 390.

Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 354. Ο πατέρας του ήταν ειδωλολάτρης, τον οποίο μετέστρεψε στον Χριστιανισμό η σύζυγός του και μητέρα του Ιωάννη υπέροχη Ανθούσα. Αφού ολοκλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή του, προσκολλήθηκε στον ονομαστό ειδωλολάτρη Λιβάνιο ώστε να συμπληρώσει τις σπουδές του στην ρητορική και τη φιλοσοφία. Η επίδοσή του ήταν τέτοια ώστε ο Λιβάνιος τον προόριζε για διάδοχό του στη Σχολή! Αμέσως μετά σπούδασε Θεολογία στην ονομαστή Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας. Άσκησε για λίγο χρόνο το επάγγελμα του ρήτορα, στο οποίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Όμως πολύ γρήγορα εγκατέλειψε την κοσμική δόξα, το προσοδοφόρο επάγγελμα και τις ιαχές του πλήθους και αφιερώθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Το 380 χειροτονήθηκε διάκονος και το 385 πρεσβύτερος στην Αντιόχεια. Για δεκατρία ολόκληρα χρόνια εργάστηκε δραστήρια και αναδείχθηκε πρότυπο ποιμένα, διδασκάλου και κοινωνικού εργάτη. Πλήθος αναξιοπαθούντων έβρισκαν κοντά του πνευματική και υλική στήριξη. Το 398 οδηγήθηκε παρά τη θέλησή του να αναλάβει το θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ως Αρχιεπίσκοπος της Βασιλεύουσας ανέλαβε έναν τιτάνιο αγώνα κατά της διαφθοράς και της ακολασίας που είχε επικρατήσει στην πλούσια πρωτεύουσα του κράτους. Ξεκίνησε το ξεκαθάρισμα από την Εκκλησία και έφτασε μέχρι τα ανάκτορα και ιδιαίτερα στηλίτευσε την διεφθαρμένη αυτοκράτειρα Ευδοξία Ήρθε σε ρήξη με τους ισχυρούς του χρήματος και της κρατικής εξουσίας. Όλοι αυτοί κατόρθωσαν ακόμα και με απόφαση ψευδοσυνόδου (Ιέρειας του 407) να εξοριστεί δύο φορές στον Πόντο. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 δεν άντεξε τις κακουχίες και πέθανε καθ’ οδόν στα βάθη της Αρμενίας. Το έργο του Ιωάννη υπήρξε τεράστιο. Το συγγραφικό του έργο κολοσσιαίο. Η κοινωνική του προσφορά ανεκτίμητη. Η Εκκλησία μας του προσέδωσε τον τίτλο Χρυσόστομος, διότι υπήρξε πραγματικά ο μεγαλύτερος Πατέρας ρήτορας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 13 Νοεμβρίου.

Υπήρξαν ασκητές και οι τρείς κι η άσκησή τους δεν υπήρξε ποτέ άρνηση της ζωής και του κόσμου αλλά μια πράξη ερωτική. Υπήρξαν εραστές του θείου και της ζωής . Ποτέ δεν θεώρησαν τις ασκητικές επιδόσεις τους αφορμή για αυτοδικαίωση και αποστροφή προς τους άλλους ανθρώπους , όσο αμαρτωλοί κι αν ήσαν. Η ασκητικότητα αυτή είχε διαποτίσει τη ζωή τους και τους εξασφάλιζε μια ελευθερία από το φόβο της εξορίας της κακοπάθειας και της έκπτωσης από τα εκκλησιαστικά αξιώματα που κατείχαν .

Βασικό στοιχείο της αγιότητος και των τριών είναι ότι ήταν ασυμβίβαστοι με το κακό, την αμαρτία και την αίρεση. Δεν γνώριζαν τη γλώσσα των συμβιβασμών και της διπλωματίας. Προτιμούσαν να χάσουν τη θέση τους και αυτή τη ζωή τους, παρά να συμβιβαστούν σε θέματα αρχών και πίστεως. Δε σκέφτηκαν ποτέ εάν αντίπαλοί τους ήσαν αυτοκράτορες ή σοφοί διάφοροι ή ισχυροί κατά κόσμον. Έμειναν ακλόνητοι στην ορθή πίστη και ζωή αψηφώντας τις συνέπειες.

Όταν ο Μόδεστος, ο εκπρόσωπος του αυτοκράτορα Ουάλη απειλούσε τον Βασίλειο προκειμένου να τον αναγκάσει να προσχωρήσει στην αίρεση του αρειανισμού ,του απάντησε :«Δήμευση περιουσίας δε μπορείς να μου κάνεις γιατί το μόνο που έχω είναι τα ρούχα που φοράω και λίγα βιβλία. Η εξορία δε με τρομάζει, «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής ».Βασανιστήρια δε θα προλάβεις να ευχαριστηθείς, το εξασθενημένο κορμί μου γρήγορα θα πέσει ώριμος καρπός στο περιβόλι του Κυρίου μου .»

Από την άλλη ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, που όχι μόνο στηλίτευσε με τα λόγια του τη σπατάλη και την υλοφροσύνη της εξουσίας, αλλά υπερασπίστηκε δυναμικά τους αδικημένους δε δίστασε να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα Ευδοξία για το χωράφι μιας χήρας με αποτέλεσμα να εξοριστεί στα βάθη της Αρμενίας όπου και οδοιπορεί επί τρεις μήνες κάτω από αφόρητο καύσωνα , ώσπου πεθαίνει από εξάντληση στα Κόμανα της Αρμενίας.

Ο Γρηγόριος σε μια εποχή που ο Αρειανισμός είχε επικρατήσει τόσο που μόνο μια μικρή εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη είχε απομείνει στους Ορθόδοξους ,αδιαφορώντας για τις χειρόδικες επιθέσεις εναντίον του, αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις κι από το ναό της Αγίας Αναστασίας υπερασπίζεται τη διωκόμενη Ορθοδοξία.

Ακόμα Δικαιούνται να μιλάνε για αγάπη γιατί την είχαν κάνει πράξη.

Ο Μέγας Βασίλειος ήταν γόνος μιας πολύ πλούσιας οικογένειας και κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας που την μοίρασε στους φτωχούς επιστρέφοντας από τις σπουδές του , πριν αποσυρθεί στην έρημο να μονάσει. Όταν αργότερα έγινε επίσκοπος Καισαρείας, με ότι του είχε απομείνει και με τα χρήματα της αρχιεπισκοπής, οικοδόμησε μια ολόκληρη πολιτεία αγάπης , που την αποτελούσαν ιδρύματα που ανακούφιζαν τον ανθρώπινο πόνο και κάλυπταν τις ανάγκες όχι μόνο των χριστιανών μα και όλων όσων κατέφευγαν εκεί , αδιακρίτως .

Το μέχρι πριν πλουσιόπαιδο της Καισαρείας ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος , που σαν ιερέας στην Αντιόχεια συντηρούσε καθημερινά τρεις χιλιάδες ανθρώπους που είχαν ανάγκη και σαν πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης επτά χιλιάδες, τους οποίους υπηρετούσε ο ίδιος όσο μπορούσε, γίνεται ζητιάνος για τους άλλους , για να εξασφαλίσει αυτά που είχαν ανάγκη οι πάσης φύσεως ανίσχυροι .

Υπήρξαν ανοιχτά μυαλά κι ελεύθεροι άνθρωποι γι αυτό και τα κηρύγματα τους είναι πρωτοποριακά όχι μόνο για την εποχή τους μα και για τις μέρες μας ακόμα ,κι αντανακλούν το πραγματικό πνεύμα του Ευαγγελίου , έξω από σκοπιμότητες κι αδιάφορα για το αν αυτό αρέσει στο κατεστημένο της εποχής ή ταράζει τα νερά .

Τα κοινωνικά προβλήματα της αδικίας , της εκμετάλλευσης , της υποτίμησης της γυναίκας και της δουλείας τους απασχόλησαν τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά

Έτσι παράλληλα με τους έμπρακτους κοινωνικούς αγώνες τους διατύπωσαν και τις απόψεις τους σχετικά με τα θέματα αυτά , απόψεις που αν εμείς οι χριστιανοί τις είχαμε εφαρμόσει , θα περίττευε αρκετούς αιώνες αργότερα η Μαρξιστική ερμηνεία και πρόταση.

Δειγματοληπτικά και μόνο αναφέρουμε κάποιες από τις απόψεις τους :

Λέει ο Γρηγόριος

« Η φτώχεια και ο πλούτος , αυτό που ονομάζουμε ελευθερία και δουλεία, και τα παρόμοια, ύστερα υπεισήλθαν στο ανθρώπινο γένος, όπως ακριβώς μερικές κοινές αρρώστιες που ήρθαν μαζί με την κακία, όντας επινοήματά της. Δεν ήταν όμως, λέει (η Γραφή ) , έτσι από την αρχή Εσύ να βλέπεις την πρώτη ισότητα και όχι τη μετέπειτα διαίρεση. Όχι το νόμο του ισχυρού ,αλλά του Δημιουργού » (Γρηγορίου θεολόγου περί φιλοπτωχείας PG 35 ,892 A-B

Κι ο Χρυσόστομος:

« Τι σημασία έχει αν δε σπρώχνεις το ξίφος και δε βυθίζεις το χέρι σου στις σάρκες ( του αδελφού σου ) ;Άλλα φοβερότερα απ αυτό κάνεις Αν έκανες το πρώτο , θα τον απάλλασσες από φροντίδες. Τώρα όμως με την πείνα και τη δουλεία , τον περιβάλλεις με πίκρες κι άλλα κακά . To λέω αυτό και δε θα παύσω να το τονίζω όχι για να σας προετοιμάσω για φόνο, ούτε για να σας προτρέψω να κάνετε κακό μικρότερο απ αυτό, αλλά για να μη νομίζετε ότι δεν πρόκειται να τιμωρηθείτε. Αυτός που αφαιρεί τα μέσα συντήρησης και το ψωμί από τον πλησίον , τον σκοτώνει, λέει η Γραφή .» (Ιωάννου Χρυσοστόμου , Εις την προς Εβραίους , ΚΕ΄ ΙΑ PG

« Δε φρίττεις άνθρωπε , δεν κοκκινίζεις από ντροπή, ονομάζοντας επιτιθέμενο αυτόν που παλεύει για το ψωμί του ;Και αυτό είναι έγκλημα της δικής μας ωμότητας . Διότι επειδή δεν ανεχόμαστε να δίνουμε εύκολα , αναγκάζονται να επινοούν μύριες πονηριές , ώστε να ξεγελάσουν την απανθρωπιά μας και να μαλακώσουν τη σκληρότητά μας. Και μάλιστα επιτιθέμενος είσαι (εσύ ) , διότι αν και έρχεσαι συχνά στην εκκλησία και ακούς τα κηρύγματά μου, όμως στην αγορά προτιμάς και το χρυσάφι σου και τις επιθυμίες σου και τις ανθρώπινες φιλίες από τις δικές μου προτροπές » (Ιωάννου Χρυσοστόμου Εις την προς Ρωμαίους ΙΔ΄ PG 60, 535,536 ) 63 , 176 .

« Εάν κανείς δε σταματήσει την αρπάγή , ούτε ελεημοσύνη δεν θα προσφέρει . Αλλά , ακόμα κι αν προσφέρει στα χέρια των φτωχών άπειρα χρήματα , όταν αρπάζει τα ξένα πράγματα και είναι πλεονέκτης, από τον Θεό έχει λογισθεί ίσος με ανθρωποκτόνους . Γι αυτό πρέπει , αφού πρώτα απαλλαγεί κανείς από την πλεονεξία, έτσι να ελεεί τους φτωχούς »

Σε μια εποχή που τα παιδιά μας αναγκάζονται να απομνημονεύουν ξερές γνώσεις αποκομμένες από τη ζωή και τα ενδιαφέροντά τους, χωρίς να έχουν πεισθεί για την αξία τους , που η κοινωνική αναλγησία έχει γενικευτεί ανησυχητικά, που ο καταναλωτισμός προβάλλει σαν ύψιστο ιδανικό της ζωής την απόκτηση ολοένα και περισσότερων χρημάτων ,σε μια εποχή που άνθρωποι φαύλοι κι εκμεταλλευτές ονομάζονται ευεργέτες δίνοντας κάτι από αυτά που συνάγουν άδικα κι έτσι εξασφαλίζουν την καταξίωση ακόμα και στον εκκλησιαστικό χώρο ,σε μια εποχή που τα κηρύγματα έγιναν πληθωρικά μα κανείς δεν έχει διάθεση να τ ακούσει γιατί δεν εμπνέει η προσωπικότητα των κηρύκων ,σε μια εποχή που δεν έχουμε πού να στρέψουμε τα μάτια μας για να γλιτώσουμε την απόγνωση , οι τρεις αυτοί μεγάλοι φωστήρες της τρισηλίου θεότητος , ο Βασίλειος ο μέγας , ο θεολόγος Γρηγόριος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος , στέκονται μπροστά μας ακέραιοι και σεμνοί σα δωρικές κολώνες, αθάνατα πρότυπα πνευματικού κάλλους διασώζοντας το ανθρώπινο πρόσωπο σ΄όλο του το μεγαλείο.

Χρόνια μας πολλά.

Ακολουθεί ηχητικό

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ